Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναζωπυρώνω
- απόδοση: ενεργώ ώστε μισοσβησμένη φωτιά να ξαναφουντώσει / προκαλώ έξαρση σε κάτι που βρίσκεται σε κατάσταση ύφεσης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο άκουσμα των ευχάριστων ειδήσεων το βλέμμα του & η φωνή του αναζωπυρώθηκαν





