Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκλιματίζω
- απόδοση: ενεργώ ώστε οργανισμός να συνηθίσει ξένο φυσικό περιβάλλον / εξοικειώνομαι με τον τρόπο ζωής ξένου κοινωνικού περιβάλλοντος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγκλιματίσθηκε με άνεση στο εργασιακό περιβάλλον της Αυστραλίας





