Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερθερμαίνω
- απόδοση: αυξάνω την θερμοκρασία σώματος στο επιθυμητό επίπεδο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το νερό της μπανιέρας το βρήκε ενοχλητικά παγωμένο & χρειάσθηκε να το υπερθερμάνει





