Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναθαρρύνω
- απόδοση: επαναδίδω θάρρος / εμψυχώνω / ενθαρρύνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα επαινετικά λόγια που ειπώθηκαν του αναθάρρυναν το ηθικό
τα επαινετικά λόγια που ειπώθηκαν του αναθάρρυναν το ηθικό

