Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
στρογγυλοποιώ
- απόδοση: κάνω κάτι στρογγυλό / μεταβάλλω αριθμό σε ακέραιο μεταβάλλοντας αυτόν λίγο πάνω ή λίγο κάτω / αμβλύνω ή αφαιρώ αιχμές από κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ζήτησε να περιορίσει το εμπορικό κέρδος στρογγυλοποιώντας το ποσό





