Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρωτοπορώ
- απόδοση: ενεργώ ως πρωτοπόρος / διακρίνομαι / επιτυγχάνω διαρκείς διακρίσεις / δημιουργώ κάτι το πρωτοποριακό που προσφέρεται ως πρότυπο σε άλλους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ικανός να πρωτοπορεί ως σχεδιαστής αυτοκινήτων υψηλής ποιότητος





