Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πραγματοποιώ
- απόδοση: μεταβάλλω κάτι από κατάσταση σχεδιασμού ή ιδέας σε πραγματικότητα / ενεργώ ώστε να αποκτήσει υπόσταση κάτι που με απασχολεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η επιχείρησή του πραγματοποίησε καθαρά κέρδη πέραν κάθε προσδοκίας





