Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξοικονομώ
- απόδοση: ξοδεύω κάτι ή το χρησιμοποιώ με φειδώ / κατορθώνω να έχω στην διάθεσή μου κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξοικονόμησε εξαιρετικό ελαιόλαδο από την ορεινή Πελοπόννησο





