Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναθερμαίνω
- απόδοση: ζωντανεύω κάτι που έχασε τη θέρμη την ένταση τον δυναμισμό του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαμαρτυρήθηκε εντόνως & ζήτησε να του αναθερμάνει το φαγητό
με τα λεγόμενα του αναθέρμανε το ηθικό





