Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διογκώνω
- απόδοση: προκαλώ αύξηση όγκου του σώματος σε κάτι / αυξάνω ένα μέγεθος / μεγαλοποιώ κατάσταση ή συμβάν κάνοντας αυτό σοβαρότερο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελευταίως διογκώθηκε κατά πολύ ο αριθμός των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα





