Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμπίπτω
- απόδοση: είμαι εντός προβλεπομένων ή προκαθορισμένων ορίων / περιλαμβάνομαι σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
περίπτωση που δεν εμπίπτει στα προβλεπόμενα της εργατικής νομοθεσίας





