Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φιλελευθεροποιώ
- απόδοση: αίρω κάθε μορφής περιορισμό & απαγόρευση σε κοινωνικό επίπεδο / εφαρμόζω φιλελευθεροποίηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της εφαρμοζόμενης πολιτικής του φιλελευθεροποίησε κάθε μέτρο πολιτικής απαγόρευσης





