Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσταθεροποιώ
- απόδοση: διαταράσσω την κοινωνική ομαλότητα ενός τόπου δια ενεργειών που κλονίζουν παγιωμένες καταστάσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ια της ηλιθίας εφαρμοζόμενης πολιτικής αποσταθεροποιήθηκε η οικονομική ζωή του τόπου





