Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκδιώκω
- απόδοση: αναγκάζω με βίαιο τρόπο να απομακρυνθεί άτομο ή ομάδα από ένα τόπο / αποπέμπω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι ένοπλες δυνάμεις εκδίωξαν τους εισβολείς από την επικράτεια





