Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακαλώ
- απόδοση: καλώ να επανέλθει από εκεί που βρίσκεται / επαναφέρω ή ενεργοποιώ εκ νέου / δηλώνω ότι κάτι δεν ισχύει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανακάλεσε τα λόγια του εν μία νυκτί
ανακάλεσε την πρέσβειρα στο Κάιρο ως θιγόμενη χώρα
δια επιτάσεως τον ανακάλεσε στην τάξη
κατόπιν ωρίμου σκέψεως ανακάλεσε την απόφασή του
τον ανακάλεσε στην ενεργό υπηρεσία > δράση
τον ανακάλεσε στην τάξη χαρακτηρίζοντας απρεπή τη συμπεριφορά του





