Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκριζώνω
- απόδοση: αποσπώ κάποιο φυτό από το έδαφος / αφανίζω κάτι εξ ολοκλήρου / αφανίζω κάτι το κακό από την αιτία που το προκαλεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκρίζωσαν αιωνόβια δένδρα προς χάριν της οικοδόμησης του οικοπέδου
εκρίζωσε το κακό από την ρίζα του





