Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποκλέπτω
- απόδοση: ενεργώ παραπειστικά προκειμένου να αποσπάσω από κάποιον κάτι χωρίς να αντιληφθεί περί αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του υπέκλεψε την υπογραφή κατά τρόπο δεξιοτεχνικό





