Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανιχνεύω
- απόδοση: αναζητώ / εξετάζω στοιχεία που πιστοποιούν την ύπαρξη ατόμου ή πράγματος / διερευνώ / ερευνώ λεπτομερώς ένα χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι διωκτικές αρχές ανιχνεύουν προσεκτικά κάθε στοιχείο που θα οδηγήσει στην σύλληψη του δραπέτη





