Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραπείθω
- απόδοση: με χρήση παραπλανητικού λόγου ξεγελώ κάποιον / παρασύρω με παραπλανητικά επιχειρήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον βρήκε αφελή & τον παρέπεισε με ευκολία





