Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακόπτω
- απόδοση: αναχαιτίζω την εξέλιξη / σταματώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών γίνεται προσπάθεια να ανακοπεί αποφασιστικά η άνοδος του τιμαρίθμου
η Προεδρική Φρουρά προσπαθεί να ανακόψει τους προελαύνοντες στασιαστές





