Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαγοράζω
- απόδοση: αποκτώ πλήρως ή μερικώς κυριότητα / καταβάλλω αντίτιμο προκειμένου να απαλλαγώ από έννομη υποχρέωση / εξασφαλίζω υποστήριξη δια δωροδοκίας / απελευθερώνω δούλο καταβάλλοντας ποσό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προ διετίας εξαγόρασε ιδιωτική κλινική προκειμένου να αποκαταστήσει την δευτερότοκη θυγατέρα





