Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δωροδοκώ
- απόδοση: προσφέρω ωφελήματα σε κάποιον προκειμένου να παραβεί το καθήκον του δίνοντας ευνοϊκή λύση υπέρ των συμφερόντων μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δωροδόκησε μάρτυρα προκειμένου να ανατρέψει υπέρ του αβέβαιο αποτέλεσμα σε ποινικό δικαστήριο





