Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαρθρώνω
- απόδοση: καταστρέφω τους συνεκτικούς δεσμούς ενός οργανωμένου συνόλου ανθρώπων ή ζώων επιφέροντας διάλυση αυτού / προκαλώ εξάρθρωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η τοπική αστυνομία Βόλου εξάρθρωσε συμμορία ληστών με ιδιαίτερα πλούσιο έργο





