Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκβραχίζω
- απόδοση: αφαιρώ βράχους προκειμένου να διαμορφώσω σήραγγα ή δρόμο εξομαλύνοντας το έδαφος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατασκευαστική εταιρεία πρόκειται να εκβραχίσει ικανό μέρος του εδάφους προκειμένου να εξελιχθεί το έργο διαμόρφωσης της Αττικής Οδού





