Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανυψώνω
- απόδοση: υψώνω / σηκώνω ψηλά / βελτιώνω κάτι ανεβάζοντας αυτό σε υψηλότερο επίπεδο / εξυψώνω ηθικώς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η καλή μουσική ανυψώνει ψυχικώς τον άνθρωπο
οι διδαχές της ανύψωσαν ηθικά τα επιδεκτικά μαθήσεως παιδιά της
του ανύψωσε το ηθικό με τον καλό του λόγο





