Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξυψώνω
- απόδοση: ενισχύω κάνοντας περισσότερο έντονο κάτι / συντελώ στην ηθική βελτίωση ατόμου ή ομάδος / καλλιεργώ κάτι ώστε να ανέβει σε ανώτερη βαθμίδα / αναφέρομαι σε κάποιον ή σε κάτι με επαινετικά λόγια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η επιτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις τον εξύψωσε στα μάτια των συγγενών του
ο καλός δάσκαλος εξυψώνει πνευματικά τους μαθητές του





