Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μνημονεύω
- απόδοση: κάνω λόγο / αναφέρω το όνομα ζωντανού ή νεκρού σε θρησκευτική δέηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επισκέπτεται αρκετά συχνά το οικογενειακό μνήμα μνημονεύοντας τους ευρισκόμενους σε αυτό





