Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απουσιάζω
- απόδοση: λείπω από κάπου όπου η παρουσία μου είναι απαραίτητη υποχρεωτική ή συνήθης / αρνούμαι να συμβάλλω σε κοινή δραστηριότητα ή προσπάθεια / λείπω από χώρο εργασίας ή σχολικό όπου η παρουσία μου είναι υποχρεωτική / είμαι απών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από το δημιούργημά του απουσιάζει η λεπτότητα & η καλαισθησία
σε αυτή την οικογένεια απουσιάζει το πνεύμα οικονομίας
τον αναζήτησα στο γραφείο & πληροφορήθηκα ότι απουσιάζει σε προσωπική υπόθεση





