Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναλαμβάνω
- απόδοση: δέχομαι να πραγματοποιήσω να εκτελέσω / δέχομαι ως υποχρέωση / αρχίζω να εκτελώ εργασία για την οποία έχω λάβει διορισμό / ανακτώ δυνάμεις σωματικά ή ψυχικά / ανεβαίνω στους ουρανούς / κάνω εκταμίευση ποσού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκλήθη να αναλάβει ως ενδιάμεσο πρόσωπο κατά τις διαπραγματεύσεις
ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς
ουδέποτε ανέλαβε μετά το θάνατο του συζύγου
προσφάτως ανέλαβε καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου
προχωρήσατε & αναλαμβάνω το ρίσκο
τι έγινε το ρολόι μου αναλήφθηκε ;
ανέλαβε…
λ ρόλο διαμεσολαβητή > προξενητή
λ ρόλο τοποτηρητή στην χηρεύουσα Μητρόπολη
λ τα ηνία της χώρας > του κόμματος
λ την αποκατάσταση του διατηρητέου κτιρίου ιδίοις εξόδοις
λ την ευθύνη για τα συμβαίνοντα
λ υπηρεσία





