Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκούζω
- απόδοση: ουρλιάζω / παράγω διαπεραστικές κραυγές / κλαίω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σκούζει το μωρό προκειμένου να φροντίσει για αυτό η αδιάφορη μητέρα του





