Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οσφραίνομαι
- απόδοση: μυρίζω / αντιλαμβάνομαι τις οσμές / αντιλαμβάνομαι κάτι με μεταφορική έννοια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οσφραίνομαι στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα κάτι το δυσάρεστο





