Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαβρώνω
- απόδοση: επιφέρω αργά & προοδευτικά φθορά σε κάτι / προκαλώ ηθική φθορά σε άτομο ή ομάδα / διαφθείρω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για λόγους σκοπιμότητος διαβρώθηκε επιμελώς μέρος του κοινωνικού συνόλου
το κτίριο διαβρώθηκε από την αναδυόμενη υγρασία





