Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναλίσκω
- απόδοση: χάνω το χρόνο μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναλίσκει τις δυνάμεις του σε δευτερεύοντα θέματα
αναλίσκονται σε περιττές συζητήσεις > άσκοπες κινήσεις





