Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δασκαλεύω
- απόδοση: συμβουλεύω άτομο για το πώς να ενεργήσει σε δεδομένη στιγμή / καθοδηγώ κάποιον σε ενέργειες μεμπτές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον είχαν δασκαλέψει πώς να ενεργήσει σε ανάλογη περίπτωση





