Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διευθετώ
- απόδοση: ρυθμίζω δύσκολη ή περίπλοκη κατάσταση δίνοντας οριστική λύση / διαμορφώνω χώρο εφαρμόζοντας τα απαραίτητα τεχνικά έργα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τις προσπάθειες αδυνατούν να διευθετήσουν τις μεταξύ του διαφορές





