Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπροσαρμόζω
- απόδοση: διαφοροποιώ κάτι προσαρμόζοντας αυτό σε ένα ευρύτερο σύνολο ή σε ισχύουσα κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υποσχέθηκε να αναπροσαρμόσει τους μισθούς των εκπαιδευτικών στα καθιερωμένα επίπεδα





