Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εναλλάσσω
- απόδοση: αντικαθιστώ συνεχώς & διαδοχικά ένα άτομο ένα πράγμα ή μία εικόνα στην θέση άλλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι θυρωροί εναλλάσσονται επί 24ώρου βάσεως στην επιτήρηση αυτού του μεγάρου





