Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δικαιολογώ
- απόδοση: δέχομαι κάτι ως σωστό / τεκμηριώνω άποψη / εξηγώ τους λόγους που με οδήγησαν σε κάποια ενέργεια ή κρίση / επικαλούμαι τους λόγους που προκάλεσαν σφάλμα ή παράλειψη / προβάλλω ελαφρυντικά ζητώντας συγγνώμη ή επιείκεια / δίνω δίκιο σε κάποιον για ενέργειά του / προσκομίζω βεβαίωση / αναφερόμενοι σε κάτι που θεωρείται φυσικό επακόλουθο καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δικαιολόγησε κατά τρόπον μη πειστικό την απόφασή του να ασκήσει αγωγή εις βάρος του πρώην συνεταίρου του
η απουσία από το σχολικό περιβάλλον δικαιολογείται με ιατρική βεβαίωση
η πτωχία του δικαιολογεί τον απερίγραπτο υποσιτισμό που υφίσταται
προσπάθησε να δικαιολογήσει την εκφρασμένη αγριότητα προς τα παιδιά του





