Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκενώνω
- απόδοση: αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι / αδειάζω εντελώς κάτι από ό,τι περιέχει / αναφερόμενοι σε σύνολο ατόμων τα οποία αποχωρούν οικειοθελώς ή αναγκαστικώς από τον χώρο που ευρίσκονται / αποχωρώ από περιοχή που κατέχω δια των όπλων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η στρατιωτική ήττα υποχρέωσε τον Ελληνικό στρατό να εκκενώσει τον Μικρασιατικό χώρο επιστρέφοντας στον Ελλαδικό





