Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπαράγω
- απόδοση: παράγω βιολογικώς νέα άτομα / παράγω με τεχνητά μέσα τα όμοια με το πρωτότυπο / ανακαλώ αποθησαυρισμένες παραστάσεις από το θυμητικό / δια της επαναλήψεως διατηρώ κάτι ζωντανό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναπαράγει μία ανοησία & εκτίθεται εις τους πάντες
επιδιώκει να αναπαραχθεί βιολογικά προ της εμμηνοπαύσεως
κατεστημένη λογική που αναπαράγεται από γενεά σε γενεά





