Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προαπαιτώ
- απόδοση: αξιώνω εκ των προτέρων / απαιτώ προ μίας ενεργείας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για την χορήγηση αδείας λειτουργίας προαπαιτείται υγειονομικός έλεγχος





