Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποαπασχολούμαι
- απόδοση: εργάζομαι με μερική απασχόληση που δεν είναι κατ΄ ανάγκην τακτική
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υποαπασχολείται προκειμένου να εξασφαλίσει τα απολύτως απαραίτητα της καθημερινότητος





