Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταχειρίζομαι
- απόδοση: φέρομαι με ορισμένο τρόπο / χρησιμοποιώ κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μεταχειρίζεται με απαράδεκτο τρόπο την σύζυγό του
μεταχειρίζεται με δεξιοτεχνία κάθε φονικό μαχαίρι





