Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμεσολαβώ
- απόδοση: παρεμβαίνω μεταξύ ατόμων ομάδων ή κρατικών οντοτήτων προς επίτευξη συμφωνίας ή επίλυση διαφορών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαμεσολαβεί επί σειρά ετών μεταξύ της Ελλάδος & των νεοφανών Μακεδόνων για την διευθέτηση του ονόματος της κρατικής οντότητος των δευτέρων





