Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διέρχομαι
- απόδοση: περνώ από κάποιο τόπο / περνώ κάποια φάση της ζωής μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναμένεται να διέλθει εντός της αύριον από την Αράχωβα Βοιωτίας
η επαγγελματική του δραστηριότητα διήλθε σοβαρότατο πρόβλημα
ο γάμος του παρά την πολυετή διάρκεια διέρχεται κρίση





