Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σφαδάζω
- απόδοση: τινάζομαι από έντονους σπασμούς λόγω βίαιου θανάτου / τραντάζομαι εξ αιτίας σωματικού ή ψυχικού πόνου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σφάδαζε στο οδόστρωμα ο ατυχής σκύλος ενώ ο άθλιος οδηγός απομακρυνόταν αδιάφορα





