Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλατειάζω
- απόδοση: επεκτείνομαι υπερβολικά αναφερόμενος σε κάποιο θέμα / περιττολογώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως ρήτορας αρέσκεται να πλατειάζει προκαλώντας κόπωση στο κοινό





