Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναρρώνω
- απόδοση: βρίσκομαι σε διαδικασία που γίνεται αποκατάσταση των δυνάμεών μου ύστερα από ισχυρή ασθένεια / βελτιώνομαι ύστερα από κακή κατάσταση που πέρασα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά το πρόσφατο διαζύγιο αναρρώνει από τα βιώματα του ατυχούς γάμου
ο ασθενής αναρρώνει από την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του





