Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρηγορώ
- απόδοση: συμπεριφέρομαι σε κάποιον με τρόπο κατάλληλο προκειμένου να ανακουφισθεί ο ψυχικός του πόνος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η νεαρά σύζυγος του θανόντος προκειμένου να παρηγορηθεί κατέληξε στην αγκαλιά ενός επιτήδειου ζιγκολό





