Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λογικεύω
- απόδοση: κάνω κάποιον να σκεφθεί ή να ενεργήσει σωστά με σωφροσύνη / προτρέπω κάποιον να γίνει λογικός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ποιός δύναται θα λογικεύσει αυτόν τον άμυαλο & ανόητο άνθρωπο ;





